Οι σφραγίδες κατάγονται από τη Μεσοποταμία και έφθασαν στον αιγαιακό χώρο πιθανότατα μέσω Συρίας. Η χρήση τους αρχίζει στην Κρήτη γύρω στο 2500 π.Χ. και θα συνεχισθεί ως το τέλος της Εποχής του Χαλκού. Η σφραγίδα ήταν μέσο για την κατοχύρωση της ιδιοκτησίας. Η έννοια της σφραγίδας προέρχεται από την έννοια του φυλακτού, της προστασίας, γι’ αυτό και η εγχάρακτη παράσταση που έφερε εθεωρείτο ότι είχε μαγικές. αποτροπαϊκές ιδιότητες. Οι μινωικές σφραγίδες είναι άρα πολλές και παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία τόσο στα σχήματα όσο και στα εικονογραφικά θέματα, που αποδίδονται με φαντασία και κίνηση. Οι μυκηναϊκές σφραγίδες εικονίζουν συνθέσεις στις οποίες τονίζεται το μνημειακό στοιχείο και δεν έχουν την πολύμορφη έμπνευση των μινωικών, ιδίως μάλιστα μετά το 1450 π.Χ., όταν η μυκηναϊκή τέχνη αρχίζει να απομακρύνεται από τη μινωική επιρροή.

Στην ηπειρωτική Ελλάδα οι σφραγίδες είχαν ήδη εμφανισθεί στην Πρωτοελλαδική περίοδο στη Λέρνα, για ένα σύντομο διάστημα και εμφανίζονται ξανά στην εποχή των λακκοειδών τάφων το 1600 π.Χ. Παρατηρούμε δηλαδή ένα κοινό στη Μεσοελλαδική περίοδο και τούτο είναι φυσικό γιατί η σφραγιδογλυφία, τέχνη κατεξοχήν εκλεπτυσμένη, δεν μπορούσε να αναπτυχθεί μέσα στο γενικότερα “βάρβαρο” περιβάλλον της εποχής. Με την έννοια “βάρβαρο” στην παρούσα περίπτωση δεν υπονοείται μόνο ένα πολιτιστικό επίπεδο αρκετά χαμηλό, αλλά γενικότερα μια κοινωνική και οικονομική φάση που δεν ήταν ακόμη αρκετά εξελιγμένη. Οι εμπορικές και οι άλλες οικονομικής φύσεως συναλλαγές ήταν περιορισμένες. Ο πλούτος δεν ήταν αρκετός και ούτε είχε συγκεντρωθεί γύρω από δημόσια ή ιδιωτικά πρόσωπα ώστε η φύλαξη και η διακίνησή του να είναι απαραίτητες, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της σφραγιδογλυφίας. Αντίθετα στην Κρήτη η μορφή αυτή της τέχνης γνώρισε εξαιρετική ανάπτυξη, ακριβώς από το 2000 π.Χ. και εξής, και συμβαδίζει όχι μόνο με την καλλιτεχνική άνθηση του Μινωικού πολιτισμού, αλλά και με την κοινωνική εξέλιξη: την οργάνωση της ανακτορικής οικονομίας, του υπερπόντιου εμπορίου και των πολλαπλών συναλλαγών.

Οι πρώτες σφραγίδες που εμφανίζονται στην Ελλάδα στη Μυκηναϊκή εποχή είναι όλες μινωικής έμπνευσης. Είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς αν έχουν κατασκευασθεί στην Κρήτη ή στην ηπειρωτική Ελλάδα από μινωίτη καλλιτέχνη. Ακόμη και στον επόμενο αιώνα οι σφραγίδες στην Ελλάδα φαίνεται πως ήταν εισηγμένες από την Κρήτη, ή μεμονωμένα έργα Κρητών, και μόνο γύρω στα 1450 π.Χ. υπάρχουν πλέον ενδείξεις ότι εργαστήρια σφραγιδογλυφίας άρχισαν να λειτουργούν κανονικά στην Ελλάδα. Για την κατασκευή σφραγίδων προτιμώνται διάφορα σκληρά πετρώματα και ημιπολύτιμοι λίθοι, όπως αχάτες, χαλαζίες διαφόρων τύπων, ορεία κρύσταλλος, ίασπις, σάρδιος, αιματίτης, και σπανιότερα άλλα υλικά, όπως ελεφαντόδοντο και lapis lazuli. Το σχήμα το οποί επικρατεί είναι το φακοειδές. Κατασκευάζονται επίσης σφραγίδες από πολύτιμα μέταλλα, αλλά κυρίως από χρυσό.

Από τον Ταφικό Κύκλο Β προέρχονται τρεις σφραγίδες. Στο τάφο Γ μαζί με την προσωπίδα από ήλεκτρο, βρέθηκε μια δισκοειδής σφραγίδα από αμέθυστο που εικονίζει σε κατατομή το κεφάλι ενός γενειοφόρου άνδρα στην ακμή της ηλικίας του. Είναι ένα Μυκηναίος με διαπεραστικό βλέμμα, λεπτή μύτη και λεπτά χείλη. Ένα πραγματικό πορτραίτο, του οποίου τα χαρακτηριστικά έχουν καταπληκτική ομοιότητα με τα χαρακτηριστικά της μιας από τις δύο οικογένειες που αντιπροσωπεύονται στις προσωπίδες.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *